Η Κοιμωμένη του Χαλεπά

Ο φαρδύς δρόμος που ανεβαίνει την Αρδηττού σε προϊδεάζει για την ησυχία του τόπου: οδός Αναπαύσεως. Στο τελείωμα της η μεγάλη πύλη του Α` Νεκροταφείου Αθηνών. Για πολλούς το άκουσμά του και μόνο δηλώνει την «μεταθανάτια πολυτέλεια». Μαρμάρινές προτομές, ναοσχήματοι τάφοι, και εκατοντάδες συνθέσεις το καθιστούν σήμερα ως το μεγαλύτερο γλυπτικό πάρκο της χώρας.
Η δημιουργία του Α` Νεκροταφείου συνδέεται με την καθιέρωση της Αθήνας ως πρωτεύουσα του ελληνικού κράτους. Η θεσμοθέτησή του ως μοναδικού χώρου ενταφιασμού στην Αθήνα έγινε επί δημαρχίας Γ. Σκούφου (1857- 1861). Τότε ο χώρος εξωραΐζεται, οριοθετούνται οι θέσεις των τάφων και τοποθετούνται τα πρώτα μνημεία.
Οι συνθήκες εκείνη την εποχή ήταν ιδιαίτερα ευνοϊκές για την δημιουργία επιτύμβιας τέχνης. Ήδη είχε αρχίσει η διδασκαλίας της γλυπτικής στο λεγόμενο Σχολείο Τεχνών με το Πολυτεχνείο να θεσμοθετεί καλλιτεχνικούς αγώνες. Παραγγελίες τότε ανατίθενται από πλούσιους αθηναίους αλλά και από το κράτους που επιθυμεί να επαναφέρει το αρχαίο κλέος στην σύγχρονη πρωτεύουσα. Μαρμαρογλυφεία μαζί με ξακουστούς τηνιακούς μάστορες ανοίγουν τότε στην Αθήνα. Οι νέοι δημιουργοί αισθάνονται ότι τους βαραίνει το χρέος του παρελθόντος και προσπαθούν μια επανασύνδεση της γλυπτικής του αρχαίου νεκροταφείου Κεραμεικού με αυτήν του σύγχρονου κοιμητηρίου.
Στην Αθήνα καταφθάνει εκείνον τον καιρό και ο τήνιος Γιαννούλης Χαλεπάς που δέχεται μαθήματα από τον ελληνοβαυαρό καλλιτέχνη Λεωνίδα Δρόση. Ο ίδιος υπήρξε παιδί φημισμένων μαρμαρογλυπτών, με παραρτήματα της οικογενειακής επιχείρησης στη Σμύρνη, το Βουκουρέστι και τον Πειραιά. Η θέλησή του όμως ήταν να ασχοληθεί με την τέχνη και όχι με τις επιχειρήσεις. Έτσι μετά τα πρώτα μαθήματα στην Αθήνα φεύγει με υποτροφία στο Μόναχο όπου γοητεύτηκε από το ρεαλιστικό κύμα της εποχής.
Κοιμωμενη_ΜνημόσυνοΈνα έργο του Χαλεπά στο πρώτο νεκροταφείο έμελλε να αποτελέσει το καθοριστικό για τον ίδιο αλλά και το πιο συγκινησιακά φορτισμένο για τον χώρο. Συγκλονισμένοι οι γονείς της Σοφίας Αφεντάκη παραγγέλνουν το 1877 στον Γ. Χαλεπά μια γλυπτική σύνθεση για το μνήμα της κόρης τους. Η κοπέλα είχε πεθάνει σε ηλικία δεκαοχτώ χρόνων από φυματίωση. Η αστική οικογένειά της ήταν μια από τις γνωστότερες στη Κίμωλο.
Παρά τις έντονες ψυχικές διαταραχές που αρχίζει να έχει εκείνη την περίοδο ο καλλιτέχνης καταφέρνει να ολοκληρώσει την «Κοιμωμένη» του. Η νεκρή κοπέλα εμφανίζεται στην σύνθεση αναπαυμένη. Δεν περιμένει τον θάνατο. Η μορφή της μισοκαθισμένη με τα λυτά μαλλιά στο προσκέφαλο και τα πόδια της ανήσυχα διπλωμένα. Οι πτυχώσεις του σεντονιού ολοκληρώνουν τις αναμφισβήτητες πλαστικές αρετές που θέλησε να δώσει ο καλλιτέχνης στο έργο του. Οι μεταγενέστεροί του θεωρούν ότι με την «Κοιμωμένη» ο Χαλεπάς υπερβαίνει τη παράδοση. Δίνοντας γόνιμα ερεθίσματα και στις επόμενες συνθέσεις.
Το τελευταίο έναυσμα για το θάνατο του Χαλεπά ήταν όταν ονειρεύτηκε το «Άγαλμα της Κοιμωμένης». Τότε διαπίστωσε ότι είχε κάνει κατά τον ίδιο ένα φοβερό λάθος. Τα πόδια της κοπέλας στο άγαλμα είναι ελαφρώς λυγισμένα. Όταν όμως αυτά τεντωθούν, τότε προεξέχουν από το κρεβάτι της. Είχε προηγηθεί μια παρατήρηση της μητέρας Αφεντάκη στον καλλιτέχνη σχετικά με το σχήμα του προσώπου του αγάλματος. Θεωρούσε ότι δεν ταυτίζεται με τη νεκρή. Η παρατήρηση αυτή πριν ακόμα τελειώσει το έργο εξόργισε τόσο πολύ τον καλλιτέχνη που έσπασε το κεφάλι του αγάλματος, το οποίο και ξαναέφτιαξε στη συνέχεια.
Η τελειομανία που διέκρινε τον Χαλεπά δεν κατάφερε να τον ηρεμήσει για τα τεχνικά λάθη που αντιλήφθηκε ότι είχε κάνει στην «Κοιμωμένη». Αυτό το λάθος ήταν που τον ανάγκασαε να πραγματοποιήσει  αυτοκτονία για να τερματιστεί η ζωή του.
1o Nekrotafeio 042Η αποκαλούμενη «Κοιμωμένη του Χαλεπά» παραμένει ένα από τα σημαντικότερα γλυπτά που βρίσκονται στο πρώτο νεκροταφείου. Για πολλούς η «Κοιμωμένη» αποτελεί αλληγορική απεικόνιση της ίδιας της χώρας, η οποία μπορεί να αναπαύεται αλλά δεν πεθαίνει.
Με αφορμή αρχιερατικό μνημόσυνο για τα 100 χρόνια από το θάνατο της Σοφίας Αφεντάκης τον Δεκέμβρη του 1973 ο Π. Παλαιολόγος είχε γράψει στο «Βήμα»:
 «Αγέραστη μένει η Κοιμωμένη. Δεν αφυπνίζεται, αλλά και δεν γερνά. Λυτρωτικό το μάρμαρο, προστατεύει τον ύπνο και τη νεότητα της κόρης. Κόρη στα 118 της. Καλά το είπε ο ποιητής: όποιον αγαπά ο Θεός, πεθαίνει νέος. Τα νιάτα της μαρμάρωσε ο καλλιτέχνης και, νεκρός αυτός, παρατείνει την ξένη νεότητα όσο παρατείνεται και η ζωή του μαρμάρου».
Advertisements

Σχόλια

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s