Πλατεία Μαβίλη τέσσερις παρά…

Πριν από μια και πλέον δεκαετία ο Κώστας Λειβαδάς,  με αφορμή μια προσωπική του εμπειρία, γράφει το τραγούδι «Σα΄να μην πέρασε μια μέρα». Όλη η σκηνή που αναφέρεται στους στίχους συμβαίνει στην μικρή,  μα πάντα ζωντανή, Πλατεία Μαβίλη επί της Β.Σοφίας.
30.7 079Στο τραγούδι μεταφέρεται λίγο από την διαρκή πολυμορφία της Πλατείας Μαβίλη. Συνταξιούχοι και αργόσχολοι στα πρωινά καφενεία της, μοδάτοι νέοι στα βραδινά μπαρ, θολές ματιές και μπύρες στα «βρώμικα» της συνηθισμένης γωνιακής καντίνας. Με τα μικρά ταχυφαγία και τις στάσεις των λεωφορείων να κάνουν την Μαβίλη πέρασμα για όλη την πόλη.
Η ιστορία της Πλατείας Μαβίλη αρχίζει στα μέσα της δεκαετίας του `30. Τότε λαμβάνει το προσωνύμιο «Στέγη Πατρίδος» από τα γειτονικά οικήματα που είχε παραχωρήσει το ομώνυμο ίδρυμα σε άστεγους. Το 1938 ο Δήμος Αθηναίων αγοράζει μια από τις τέσσερις προτομές του ποιητή και βουλευτή Λορέντζου Μαβίλη που είχε φιλοτεχνήσει ο γλύπτης Πέτρος Ρούμπος. Οι προτομές βρίσκονταν για χρόνια στα υπόγεια του γλύπτη. Ο ποιητής είχε ποζάρει στον καλλιτέχνη σε ηλικία 53 ετών όταν βρίσκονταν ακόμα στα Γιάννενα. Τελικά η πρωτεύουσα αποφασίζει να τον τιμήσεις 20 χρόνια μετά τον θάνατό του. Έτσι με τα αποκαλυπτήρια της προτομής του η πλατεία που την φιλοξενεί ονοματοδοτείται ως Πλατεία Μαβίλη.
Στην προτομή ο ποιητής εικονίζεται ευαίσθητος και γενναίος. Στο βάθρο της, ο Μιλτιαδής Μαλακάσης ποιητής της γενιάς του `30, , έγραψε το επίγραμμα:
Μνήμη ιερή! Όσο ο θάνατος με τη ζωή παλεύει.
Τόσο λαμπρό σελάγιζε στον αξεθύμαστο ουρανό
Ψηλότερα στον έβδομο κανένας δε θ’ ανέβει.
Παρά όποιος απαρομοίαστος χάρισμα θεϊκό
Το στοχασμό του πρόσφερε σε θαυμασμό και χλεύη
Και το αίμα του για δυστυχών ανθρώπων λυτρωμό.
30.7 073Στην προσπάθεια του Μαβίλη στο αγώνα που έκανε για την καθιέρωση της δημοτικής γλώσσας σε μια αγόρευσή του στην Βουλή είχε τονίσει πως: «Δεν υπάρχει χυδαία γλώσσα, υπάρχουσι μόνον χυδαίοι άνθρωποι!».  Αυτό ίσως είχε στο μυαλό του το Δημοτικό Συμβούλιο Αθηναίων το 1997. Όταν ομόφωνα αποφάσισε  την τοποθέτηση του αγάλματος της Αλίκης Βουγιουκλάκη λίγα μόλις μέτρα από αυτό του Λορέντζου Μαβίλη. Η αιτιολογία που δόθηκε ανεπίσημα δικαιολογούσε την τοποθέτηση λόγω του πατρικού σπιτιού της Αλίκης Βουγιουκλάκη απέναντι ακριβώς από την Πλατεία Μαβίλη.  Όμως τόσο η απεικόνιση της Βουγιουκλάκη στην σύνθεση, όσο και ο χώρος που τοποθετήθηκε η προτομή περισσότερο εξόργισαν παρά τίμησε την ίδια και το θέατρο. Σε μια πλατεία που είχε το προνόμια να φιλοξενεί έναν ποιητή η Βουγιουκλάκη χάνονταν και κρύβονταν πίσω από τα δέντρα της πασίγνωστης Πλατείας Μαβίλη.  Έτσι μόλις μια μέρα μετά τα αποκαλυπτήρια από το δήμαρχο Δημ. Αβραμόπουλο, κάτοικοι της περιοχής είχαν αποκαθηλώσει το άγαλμα. Με την αιτιολογία της άμεσης αλλαγής της γλυπτικής σύνθεσης και της χωροθέτησής της μακριά από την Πλατεία Μαβίλη ως μη αρμόζουσα. Τελικά μετά από παρεμβάσεις του ιδίου του Δημάρχου και της οικογένειας της ηθοποιού έγιναν μερικές μικρές βελτιώσεις στην προτομή και έτσι επανήλθε στην Μαβίλη.
Στην αντίθετη γωνία της Πλατείας η περίφημη καντίνα συγκεντρώνει από τις απογευματινές ώρες μέχρι τα ξημερώματα ξενύχτηδες αλλά και μεροκαματιάρηδες. Και οι δύο βρίσκουν με το πέρασμά τους εκεί φθηνό και γρήγορο φαγητό. Αυτό ίσως θα ήταν το σκεπτικό που δίπλα σχεδόν στην περιβόητη καντίνα στήθηκε το άγαλμα της«γυναίκας μετά το μόχθο» (έργο της Μαίρης Παπακωνσταντίνου). Μια γυναικεία μορφή με εμφανή τα σημάδια της κούρασης στέκεται πάνω σε ένα μαρμάρινο βάθρο για να ξαποστάσει. Όπως τόσοι και τόσοι ξαποσταίνουν καθημερινά στα διπλανά κάγκελα του πάρκου.
Το άγαλμα είναι δωρεά του Σοροπτιμιστικού Συλλόγου της Αθήνας στον Δήμο Αθηναίων. Τοποθετήθηκε το 2000 μετά την ανακαίνιση της Πλατείας Μαβίλης. Αυτή η τελευταία της μεταμόρφωση της πρόσθεσε ένα μεγάλο σιντριβάνι που δροσίζει όσους κάθονται στα καφέ. Αλλά και πολλές πυκνόφυλλές μουριές που χαρίζουν τον περιζήτητο ίσκιο στην καρδία της πόλης.
Ακόμα και το καλοκαίρι η Πλατεία Μαβίλη αποτελεί όλες τις ώρες της ημέρας μια ανάσα δροσιάς. Ένα στέκι μέσα στην πολύβουη Λεωφόρο για ξεκούραση ή διασκέδαση όπου αποζημιώνει με τα νερά και την ζωντάνια της εκατοντάδες ανθρώπους καθημερινά που την επισκέπτονται.
Σε είδα ξανά, ήσουν στα μαύρα ντυμένη
Πλατεία Μαβίλη, τέσσερις παρά
Μαζί μ' ένα ψώνιο κι οι δύο χαμένοι
Τρώγατε σάντουιτς, θολή ματιά
Περίμενα λίγο πίσω από μια στάση
Φοβόμουνα βλέπεις μη μ' αντιληφθείς
Αν κι ήσουν χλωμή, ξενυχτισμένη
θεέ μου είχες μια λάμψη μαγική

Στίχοι: Κώστα Λειβαδάς, Μουσική: Δημήτρης Δημητριάδης
Advertisements

Σχόλια

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s